Τα παιδιά που «κλέβουν»

Γιατί «κλέβουν» τα μικρά παιδιά

Κλέβω σημαίνει πως παίρνω πράγματα που ανήκουν σε κάποιον άλλο, χωρίς την άδειά του. Η πράξη αυτή, παρότι παρουσιάζεται συχνά στα παιδιά προσχολικής ηλικίας, είναι δικαιολογημένη εξ αιτίας του εγωκεντρισμού που επηρεάζει την κρίση τους [«δεν πειράζει να πάρω κάτι από άλλους αφού το θέλω πολύ»]. Επειδή, πάντως, η κατανόηση του περιεχομένου της λέξης «κλοπή» κατακτιέται από τα παιδιά κατά την περίοδο των 5-7 χρόνων, διάστημα κατά το οποίο αντιλαμβάνονται την «έννοια της ιδιοκτησίας» και αναπτύσσουν ηθικό κώδικα [«το να παίρνεις πράγματα που ανήκουν σε άλλους είναι λάθος»], ίσως είναι σκόπιμο να εξετάσουμε λίγο περισσότερο αυτό το θέμα.

Για το παιδί προσχολικής ηλικίας, κατοχή ενός αντικειμένου σημαίνει ιδιοκτησία αυτού του αντικειμένου. Το μικρό παιδί νομίζει πως έχει το δικαίωμα επάνω σε οτιδήποτε μπορεί να φτάσει, απλώνοντας το χέρι του. Ειδικά, τα παιδιά κάτω των τεσσάρων ετών δυσκολεύονται να διακρίνουν ανάμεσα στις έννοιες «δικό μου» και «δικό σου». Όλα μπορούν, εν δυνάμει, να είναι «δικά μου». Δεν γνωρίζουν ότι το να πάρουν μια καραμέλα από το ράφι του παντοπωλείου είναι κλοπή, μέχρι που να τους το πει κάποιος.

Σταματώντας τα μικρά παιδιά από το να «κλέβουν» τα αντικείμενα του πόθου τους και διδάσκοντας πόσο λάθος είναι αυτή η πράξη, μπορεί να φαίνεται ως ήσσονος σημασίας παιδαγωγική παρέμβαση αλλά, στην πραγματικότητα, το να διδάσκεις την τιμιότητα από νωρίς, αποδίδει σίγουρους καρπούς στο μέλλον. Τα μικρά παιδιά, πρέπει να μαθαίνουν πώς να ελέγχουν τις παρορμήσεις τους και να σέβονται τα δικαιώματα και την ιδιοκτησία των άλλων.

 

Τα παιδιά μπορεί να «κλέψουν» για πολλούς και διαφορετικούς λόγους:

1. Διαθέτουν φτωχό αυτοέλεγχο και επιδιώκουν να ικανοποιήσουν άμεσα την επιθυμία τους.
2. Θέλουν να προκαλέσουν την προσοχή ενός ενήλικα.
3. Δεν γνωρίζουν ότι η κλοπή είναι κάτι κακό.
4. Έχουν παρατηρήσει τους ενήλικες να κάνουν το ίδιο, κρατώντας πράγματα που δεν τους ανήκουν π.χ. η μαμά φέρνει από τη δουλειά της υλικά και τα χρησιμοποιεί στο σπίτι.
5. Αισθάνονται έλλειμμα αγάπης και κλέβουν κάτι ως υποκατάστατο της αγάπης που τους λείπει.
6. Βιώνουν ένα είδος κακοποίησης και χρειάζονται βοήθεια.
7. Εκφράζουν μέσω της κλοπής συναισθήματα όπως έντονο άγχος, θυμό ή αποξένωση, τα οποία πιθανόν να προέρχονται από μεγάλες αλλαγές [μεταβάσεις] που δεν μπόρεσαν να διαχειριστούν π.χ. διαζύγιο, αλλαγή σχολείου εξ αιτίας μετακόμισης, απόρριψη από συνομηλίκους κ.ά.
8. Προσπαθούν να φέρουν στην κατοχή τους πράγματα που γνωρίζουν πως δεν θα μπορέσουν ποτέ να τους προσφέρει το οικογενειακό τους περιβάλλον, λόγω οικονομικής δυσχέρειας.
Θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι τα παιδιά που έχουν την τάση να «κλέβουν», ενδέχεται να παρουσιάζουν κάποια από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: παρορμητικότητα, μοναχικότητα, διάσπαση προσοχής, απάθεια, ανία, θυμό ή χαμηλή αυτοεκτίμηση. Συχνά, δυσκολεύονται να εμπιστευτούν και να δημιουργήσουν σχέση με άλλα παιδιά.
Έχει παρατηρηθεί πως όταν οι εκπαιδευτικοί προσφέρουν υποστήριξη και φροντίδα σε όλα τα παιδιά, καλύπτοντας επαρκώς τις συναισθηματικές τους ανάγκες, το πιο πιθανό είναι να μην παρουσιαστούν «κλοπές» στην τάξη. Αν, όμως, παρουσιαστούν, καλό είναι να γνωρίζουμε με ποιο τρόπο θα αντιμετωπίσουμε την κατάσταση.

 

Πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτό το φαινόμενο στην τάξη;

 

-Εξηγούμε στα παιδιά πως κλεψιά είναι όταν κάποιος παίρνει κάτι που ανήκει σε κάποιον άλλο και ότι κάτι τέτοιο δεν είναι σωστό. Αντίθετα, είναι κάτι που θεωρείται κακό. Μιλήστε για το ότι, όταν κάποιος παίρνει κάτι, χωρίς να ρωτήσει ή να πληρώσει για αυτό, κάποιος άλλος θα στενοχωρηθεί. Για παράδειγμα, αν κάποιο παιδί πάρει το καινούργιο κασκόλ ενός άλλου παιδιού, το δεύτερο παιδί μπορεί να κρυώσει, μέχρι να φτάσει στο σπίτι του.

-Συζητάμε για την «έννοια της ιδιοκτησίας» και πώς αισθάνεται κάποιος όταν τον κλέβουν. Δουλεύουμε το θέμα με ερωτήσεις όπως: «Πώς θα αισθανόσουν αν κάποιος σου έπαιρνε το μπουφάν, επειδή του άρεσε και ισχυριζόταν ότι από εδώ και πέρα θα είναι δικό του;».

-Επιβραβεύουμε συστηματικά και αναδεικνύουμε την έντιμη συμπεριφορά των μαθητών. Για παράδειγμα, «Ο Γιώργος βρήκε στην αυλή ένα ευρώ και το έφερε σε εμένα για να βρούμε ποιος το έχει χάσει. Μπράβο, Γιώργο! Αυτό που έκανες ήταν πολύ σωστό και έντιμο!».

-Καλέστε στην τάξη έναν αστυνομικό για να σας μιλήσει για τις επιπτώσεις μιας κλοπής.

 

Τι κάνουμε όταν πρέπει να χειριστούμε έναν νέο «παραβάτη», που πιάνεται επ’ αυτοφώρω;

 

  1. Παραμένουμε ήρεμοι/ες. Χειριζόμαστε την κατάσταση ευθέως, δείχνοντας την αποδοκιμασία μας για την πράξη [και όχι για το παιδί], αλλά δεν απευθύνουμε στο παιδί επίμονες ερωτήσεις [«Πες μου, γιατί το έκανες;»] και δεν το εξευτελίζουμε.
    Αν είμαστε σίγουροι/ες για το ποιο παιδί είναι ο «δράστης», μιλάμε στο παιδί ιδιαιτέρως. Δεν ρωτάμε, π.χ. «Εσύ πήρες τα λεφτά;». Αντίθετα λέμε «Ξέρω πως πήρες τα λεφτά. Είμαι απογοητευμένος/η γιατί νόμιζα πως μπορούσα να σε εμπιστεύομαι». Μετά, μπορούμε να ρωτήσουμε «Υπάρχει κάποιος λόγος που σε ανάγκασε να πάρεις τα λεφτά;». Ακούμε με προσοχή. Ίσως το παιδί να έχει να μας πει κάποια, σημαντικά για αυτό, προβλήματα που αντιμετωπίζει και τα οποία θέλει να μοιραστεί μαζί μας.
  2. Θυμόμαστε ότι τα παιδιά που «κλέβουν» θα πρέπει να βιώσουν τις συνέπειες της πράξης τους, αφενός μεν είτε ζητώντας συγγνώμη από το παιδί που έκλεψαν, είτε επιστρέφοντας ή αντικαθιστώντας το αντικείμενο που έκλεψαν, ενώ αφετέρου θα πρέπει να χάσουν για λίγο ένα προνόμιο. Παράλληλα, θα πρέπει να ενημερώσουμε το παιδί για τις συνέπειες που θα υποστεί αν, στο μέλλον, επαναλάβει την ίδια πράξη.
  3. Αν δεν είμαστε σίγουροι/ες ποιο παιδί είναι ο «δράστης», δίνουμε τη δυνατότητα στον μικρό «παραβάτη» να επιστρέψει αυτό που πήρε, χωρίς να εκτεθεί. Για παράδειγμα, λέμε: «Όποιος βρήκε το αυτοκινητάκι του Πέτρου, παρακαλώ, να του το επιστρέψει» ή λέμε: «Σας παρακαλώ πολύ, κοιτάξτε όλοι προσεκτικά τα τσαντάκια σας για να δούμε αν το αυτοκινητάκι του Πέτρου, βρίσκεται κατά λάθος στο δικό σας».
  4. Αφιερώνουμε χρόνο για αναστοχασμό, ώστε να μπορέσουμε να βρούμε απαντήσεις στις ακόλουθες ερωτήσεις:
    -Ποια προβλήματα μπορεί να αντιμετωπίζει το παιδί;
    -Μήπως το παιδί «κλέβει», ζητώντας βοήθεια;
    -Σε ποια περίπτωση, από αυτές που αναφέραμε παραπάνω, εμπίπτει το συγκεκριμένο παιδί [για ποιο λόγο το κάνει αυτό];
    -Προσπαθούμε να περιορίσουμε τις ευκαιρίες για επανάληψη της πράξης, παρακολουθώντας στενά το παιδί.
  5. Αν παρατηρήσουμε ότι καμιά από τις παραπάνω μεθόδους δεν αποδειχτεί αποτελεσματική και το παιδί εξακολουθεί να «κλέβει», τότε είναι ανάγκη να ζητήσουμε από τους γονείς να επισκεφθούν έναν ειδικό. Σε κάθε περίπτωση, δεν βιαζόμαστε να ενημερώσουμε τους γονείς, αμέσως, με το πρώτο κρούσμα που θα παρουσιάσει το παιδί. Είναι εύκολο για κάθε παιδί αυτής της ηλικίας να εκδηλώσει αυτή τη συμπεριφορά, έστω για μία φορά.
  6. Πάντως, όταν χρειαστεί να ενημερώσουμε τους γονείς, είναι σχεδόν σίγουρο πως η αποτελεσματικότητα της παρέμβασής τους θα εξαρτηθεί από την ποιότητα της σχέσης τους με το παιδί τους. Οι γονείς που καλλιεργούν και φροντίζουν τη σχέση τους με το παιδί τους, είναι σε θέση να αντιληφθούν, από την έκφραση του προσώπου και από τη γλώσσα του σώματος, όλα όσα μπορεί να κρύβει το παιδί τους. Μέσα σε μια τέτοια σχέση, το παιδί έχει περισσότερες πιθανότητες να δεχθεί τις αξίες που μαθαίνει τόσο από το οικογενειακό όσο και από το σχολικό περιβάλλον και να περιορίσει τις πιθανότητες για μελλοντική αντικοινωνική συμπεριφορά.

 

 
 

Τότα Αρβανίτη-Παπαδοπούλου

Σχολική Σύμβουλος 23ης Περιφέρειας Π.Α.

Διδάκτωρ Παιδαγωγικής Πανεπιστημίου Αθηνών

M.A. in Education Πανεπιστημίου Lancaster

 

Scroll to Top