Μιλώντας με τα παιδιά σας για το σχολείο

Ένα από τα συνήθη παράπονα των γονέων είναι η άρνηση που αντιμετωπίζουν από τα παιδιά τους, όταν τα ρωτάνε: «Πώς τα πέρασες, σήμερα, στο σχολείο;». Τις περισσότερες φορές, η απάντηση του παιδιού είναι μονολεκτική: «Καλά». Μετά από αυτό… τίποτα. Μάταια, κάποιοι γονείς επιμένετε: «Τι εννοείς «καλά»; Τι κάνατε σήμερα στο σχολείο;». «Παίξαμε», έρχεται άλλη μια μονολεκτική απάντηση και εγκαταλείπετε την προσπάθεια απογοητευμένοι –και μεταξύ μας- με την υποψία ότι στο νηπιαγωγείο τα παιδιά παίζουν, μόνο παίζουν.

 

Αγαπητοί γονείς,
Δεν υπάρχει δυσκολότερη ερώτηση για ένα μικρό παιδί από την ερώτηση: «Πώς τα πέρασες, σήμερα, στο σχολείο;». Αν αυτή την ερώτηση, την απευθύνατε σε ένα μαθητή Γυμνασίου, θα μπορούσε να την απαντήσει γιατί γνωρίζει πώς να συνοψίσει τα γεγονότα μιας ημέρας. Ένα μικρό παιδί, δεν είναι σε θέση να το κάνει αυτό. Ένα μικρό παιδί, δεν μπορεί να συνοψίσει ακόμα (να παραθέσει, δηλαδή, σε περίληψη τα σημαντικότερα γεγονότα της ημέρας του στο σχολείο), γι’ αυτό κάνει αυτό που μπορεί: αποφεύγει ή αγνοεί την ερώτηση.

 

Αν με ρωτούσε κάποιος: «Υπάρχει τρόπος να εμπλέξουμε τα παιδιά σε μία ανάλογη συζήτηση;», θα του απαντούσα: «Υπάρχει». Το μυστικό είναι να «σπάμε» τη γενική ερώτηση σε άλλες ερωτήσεις, πιο μικρές, πιο εύστοχες και πιο συγκεκριμένες, στις οποίες μπορούν να απαντήσουν τα μικρά παιδιά. Για παράδειγμα:

 

«Ποιο ήταν το πιο αστείο πράγμα που κάνατε, σήμερα, στο σχολείο;»,
«Ποια ήταν, σήμερα, για σένα η χειρότερη στιγμή στο σχολείο;»,
«Με ποια παιδιά έπαιξες στο διάλειμμα;»,
«Ποιο παιχνίδι διαλέξατε να παίξετε;»,
«Ποια ήταν η πιο διασκεδαστική στιγμή της ημέρας, που βάλατε όλοι μαζί τα γέλια;»,
«Έμαθες τι είναι αυτό που κάνει χαρούμενη/ο τη δασκάλα σου/το δάσκαλό σου; (έχουμε και άνδρες συναδέλφους στο επάγγελμα)» κλπ.
«Είσαστε ακόμη τσακωμένοι με το Νίκο ή γίνατε πάλι φίλοι;»

 

Όμως, και πάλι, υπάρχει περίπτωση το παιδί σας να μην δείχνει τη διάθεση να απαντήσει. Για να καταλάβουμε καλύτερα τι συμβαίνει, ας προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε αυτή την άρνηση του παιδιού, από την πλευρά του ίδιου του παιδιού. Το σχολείο, αποτελεί για το παιδί μια σχετικά δύσκολη εμπειρία και γι’ αυτό, του είναι δύσκολο να μιλήσει γι’ αυτό. Καθημερινά, στο σχολείο, το παιδί «επιχειρεί» μια σειρά από καινούργια πράγματα (στις σχέσεις του με τους συμμαθητές του, στις σχέσεις του με τη δασκάλα ή το δάσκαλό του, με το εκπαιδευτικό υλικό, με τα όρια τα δικά του και των άλλων γύρω του, με τις δεξιότητες που προσπαθεί να αναπτύξει, με τα τουβλάκια που δεν ισορροπούν όπως θα ήθελε, με τις γραμμές που ξεφεύγουν έξω από το περίγραμμα, με την υπομονή του που δεν μπορεί πάντα να την ελέγξει καθώς περιμένει τη σειρά του για να κάνει τσουλήθρα κ.ά) και πολλές φορές βιώνει την αποτυχία ή κάνει λάθη.

 

Στην πραγματικότητα, έτσι πρέπει να συμβαίνει, γιατί το παιδί –όπως κι εμείς άλλωστε- με αυτό τον τρόπο μαθαίνει. Όμως, το παιδί, όταν επιστρέφει στο σπίτι, δεν είναι σε θέση να μας πει: «Πέρασα δύσκολες στιγμές, σήμερα, γιατί έκανα αρκετά λάθη αλλά, μέσα από αυτά, έμαθα πολλά καινούργια πράγματα». Αν, παρόλα αυτά, θα ήταν σε θέση να μας πει κάτι, θα προτιμούσε να πει: «Σήμερα, τα πήγα τέλεια στο σχολείο!». Ξέρετε γιατί; Γιατί θα προτιμούσε να μας δώσει μια απάντηση που θα ικανοποιούσε τις δικές μας προσδοκίες για αυτό. Γιατί δεν θα ήθελε να μας απογοητεύσει.

 

Τώρα θα μου πείτε: «Τότε, να μην ρωτάμε τίποτα;»
Όχι, δεν εννοώ αυτό. Πρέπει να ρωτάτε, για να δείχνετε το ενδιαφέρον σας για το σχολείο και τη ζωή του παιδιού σας μέσα σ’ αυτό. Αυτό που θέλω να πω είναι πως θα ήταν σωστότερο να διατυπώνετε λιγότερες ερωτήσεις και να μην στενοχωριέστε, αν δεν παίρνετε απαντήσεις.

 

Αγαπητοί γονείς,
Παρότι δεν υπάρχει ένας σωστός τρόπος, μία τέλεια ερώτηση ή η σωστή στιγμή μέσα στη μέρα, για να ξεκινήσετε μια τέτοια κουβέντα με το παιδί, θα μπορούσα να σας προτείνω τα εξής:
Μόλις συναντηθείτε με το παιδί σας, μετά το σχολείο, χαιρετήστε με ενθουσιασμό και πείτε του: «Ελπίζω να τα πέρασες καλά, σήμερα!» αντί για το γνωστό «Πώς τα πέρασες, σήμερα, στο σχολείο;». Με αυτό τον τρόπο, δεν στριμώχνετε το παιδί για να πάρετε μιαν απάντηση αλλά του λέτε πως νοιώθετε εσείς.

 

Δώστε του «χρόνο σιωπής». Πολλά παιδιά δεν θέλουν να μιλήσουν, αμέσως μόλις επιστρέψουν από το σχολείο. (Ούτε σε κάποιους από εσάς αρέσει να σας βομβαρδίζουν με ερωτήσεις αμέσως μόλις μπείτε στο σπίτι από τη δουλειά).
Ξεκινήστε την κουβέντα, κάνοντας διακριτικές ερωτήσεις. Για παράδειγμα, αν γνωρίζετε πως η δασκάλα ή ο δάσκαλος διαβάζει στο τέλος του ωραρίου ένα παραμύθι, μπορείτε να ρωτήσετε: «Ποιο παραμύθι σας διάβασε σήμερα η δασκάλα (ή ο δάσκαλος);»

 

Ορισμένες φορές, η συζήτηση αυτή πετυχαίνει καλύτερα, όταν δεν βρίσκεστε πρόσωπο με πρόσωπο με το παιδί σας (ίσως γιατί το παιδί δεν αισθάνεται πίεση). Δοκιμάστε, λοιπόν να ανοίξετε μια τέτοια συζήτηση, όταν θα βρεθείτε στο αυτοκίνητο, όταν το παιδί σας κάνει μπάνιο ή όταν φαίνεται πως, παράλληλα με τη συζήτηση, είσαστε απασχολημένοι και με κάτι άλλο.

 

Αξιοποιείστε τις σκόρπιες κουβέντες του παιδιού για να επεκτείνετε μια συζήτηση για το σχολείο μαζί του. Για παράδειγμα, μπορεί να σας πει: «Σήμερα, φυτέψαμε σπόρους» ή «Στις αρκούδες αρέσει πολύ το μέλι!». Κάτι τέτοιες αναφορές, μπορεί να αποτελέσουν πολύ καλές ευκαιρίες για να μιλήσετε για το σχολείο.

 

Πριν πείσετε τα παιδιά σας να μιλήσουν, μιλήστε εσείς σε αυτά για τον εαυτό σας. Ένας τρόπος για να «ξεκουμπώσετε» τα παιδιά σας και να τα τραβήξετε σε μια συζήτηση είναι να αρχίσετε να λέτε ενδιαφέροντα ή αστεία πράγματα που συνέβησαν σε εσάς, μέσα στη μέρα. Συνήθως, τα παιδιά γελάνε και μετά συμμετέχουν στη συζήτηση, σχολιάζοντας με τον τρόπο τους, αυτά που τους έκαναν μεγαλύτερη εντύπωση από τη μέρα τους στο σχολείο. Ίσως να μην αναφερθούν σε αυτά που θα θέλατε να ακούσετε –αυτά που εσείς θεωρείτε ενδιαφέροντα- όμως έχει αξία να τα ακούσετε με προσοχή και να τα σχολιάσετε με ενθουσιασμό.

 

Πριν κλείσω, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας και άλλη μία χρήσιμη, ελπίζω, πληροφορία.
Τα μικρά παιδιά, σκέφτονται, ακόμη, πολύ διαφορετικά, από ό,τι ένα μεγαλύτερο παιδί. Μερικές φορές, νομίζουν ότι γνωρίζετε ήδη τι σκέφτονται, όταν τους κάνετε διάφορες ερωτήσεις. Νομίζουν, δηλαδή, ότι γνωρίζετε εκ των προτέρων –με ένα μαγικό τρόπο- όλα αυτά που υπάρχουν στο μυαλό τους και απλώς θέλετε να τα ακούσετε κι από το στόμα τους. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν έχουν, σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξής τους, ξεκαθαρίσει ότι η ζωή τους είναι διαχωρισμένη από αυτή των γονέων τους. Έτσι, λοιπόν, μπορεί να σκεφτούν: «Αφού τα ξέρει όλα για εμένα, γιατί με ρωτάει;».

 

Να θυμάστε πάντα πως, με το πέρασμα του χρόνου, οι συζητήσεις αυτές θα εμπλουτίζονται και θα βελτιώνονται ποιοτικά. Και κάτι ακόμη. Η ηλικία αυτή, χρειάζεται εκ μέρους σας πολλή υπομονή και κατανόηση.

 

Τότα Αρβανίτη-Παπαδοπούλου

Σχολική Σύμβουλος 23ης Περιφέρειας Π.Α.

Διδάκτωρ Παιδαγωγικής Πανεπιστημίου Αθηνών

M.A. in Education Πανεπιστημίου Lancaster

 

Scroll to Top