Εισήγηση κας Ειρήνης Νίτη: Αναγνωρίζω… Εκφράζω… Διαχειρίζομαι… τα Συναισθήματά μου!

Ειρήνη Κ. Νίτη
Ειδική Παιδαγωγός – BTEC Professional Diploma in Speech Therapy –
Ψυχοθεραπεύτρια

 

Α. Ορισμός συναισθήματος

⦁ Ως «συναίσθημα», σύμφωνα με τον Goleman (2001), ορίζεται ο,τιδήποτε νιώθει το άτομο, όταν αξιολογεί ένα γεγονός με συγκεκριμένο τρόπο και, συνήθως, συνοδεύεται από χαρακτηριστικές αλλαγές στον οργανισμό και τη συμπεριφορά. Άρα, τα συναισθήματα οδηγούν σε πράξεις, τις οποίες μπορούμε να αντιληφθούμε.
⦁ Η «συναισθηματική ανάπτυξη» αναφέρεται τόσο στα συναισθήματα, όσο και στην ικανότητα του ατόμου να τα ελέγχει και να τα διαμορφώνει, ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται.

Τα συναισθήματα αποτελούν μια σύνθετη υποκειμενική συνειδητή εμπειρία: Είναι ο συνδυασμός νοητικών καταστάσεων, ψυχοσωματικών εκφράσεων και βιολογικών αντιδράσεων του σώματος

Ένα συναίσθημα εμπεριέχει 3 στοιχεία:
⦁ Το στοιχείο βιολογικής διέγερσης (επιδράσεις στο σώμα)
⦁ Το γνωστικό στοιχείο (αιτιολόγηση – ερμηνεία)
⦁ Το συμπεριφοριστικό στοιχείο ( έκφραση προσώπου, φωνή, στάση σώματος)

Διακρίνονται σε πρωτογενή και δευτερογενή συναισθήματα:
⦁ Τα πρωτογενή συναισθήματα, που είναι και βαθύτερα, είναι : θλίψη, πόνος, φόβος, ντροπή, μοναξιά και σοκ.
⦁ Τα δευτερογενή συναισθήματα, που είναι τα πιο αντιδραστικά, είναι: θυμός, ζήλια, μνησικακία, ματαίωση, και εμφανίζονται σαν αντίδραση στα πρωτογενή συναισθήματα.
Τα πρωτογενή συναισθήματα φέρνουν κοντά τα πρόσωπα, τα δευτερογενή τείνουν να τα απομακρύνουν (π.χ. το ζευγάρι, τη μητέρα και το παιδί).

 

Β. Δεξιότητες συναισθηματικής επάρκειας

Με τον όρο «συναισθηματική επάρκεια» δηλώνεται η ικανότητα του ατόμου να εκφράζει τα συναισθήματά του αποτελεσματικά, κατά την αλληλεπίδρασή του με τους άλλους (Saarni, 1990). Ορισμένες βασικές δεξιότητες συναισθηματικής επάρκειας είναι οι παρακάτω:

⦁ Επίγνωση της συναισθηματικής κατάστασης του ατόμου, λαμβάνοντας υπόψη και την πιθανότητα να βιώνει ποικίλα συναισθήματα.

⦁ Αναγνώριση των συναισθημάτων των άλλων και διαφοροποίησή τους, με βάση το πολιτισμικό πλαίσιο από το οποίο προέρχονται και αυτό στο οποίο αναπτύσσονται.

⦁ Χρήση του λεξιλογίου των συναισθημάτων που ταιριάζει στην κουλτούρα του κάθε ατόμου.

⦁ Ενσυναίσθηση, όσον αφορά στις συναισθηματικές εμπειρίες των άλλων.

⦁ Αποδοχή του γεγονότος ότι η εσωτερική συναισθηματική κατάσταση των ατόμων δεν συμφωνεί πάντα με την εκδηλούμενη προς τους άλλους συμπεριφορά τους.

⦁ Επίγνωση των πολιτισμικών κανόνων ρύθμισης της συμπεριφοράς.

⦁ Επισήμανση των ιδιαίτερων πληροφοριών που έχουμε για κάποιο άτομο και οι οποίες μπορεί να μην επιβεβαιώνουν τη συμπεριφορά που αναμένουμε από αυτό, στο πολιτισμικό πλαίσιο που ζει.

⦁ Κατανόηση του γεγονότος ότι η συναισθηματική μας έκφραση επηρεάζει και επηρεάζεται από τη συμπεριφορά των άλλων.

⦁ Ικανότητα διαχείρισης των δυσάρεστων συναισθημάτων, μέσω στρατηγικών αυτορύθμισης που σκοπό έχουν να μειώσουν την ένταση και τη διάρκεια των συγκεκριμένων συναισθηματικών καταστάσεων (π.χ. άγχος).

⦁ Συνειδητοποίηση ότι η φύση και η δομή των διαπροσωπικών σχέσεων καθορίζεται τόσο από το βαθμό γνησιότητας της συναισθηματικής έκφρασης, όσο και από την ισοτιμία των προσώπων στη σχέση.

⦁ Αποδοχή της συναισθηματικής έκφρασης των άλλων.

 

Γ. Συναισθήματα στην παιδική ηλικία

Τα βασικά συναισθήματα, κατά τον 1ο χρόνο ζωής (από 6 μηνών), σύμφωνα με τον Goleman (1995), είναι: η χαρά, ο φόβος, ο θυμός, η έκπληξη, η λύπη, η αηδία.

Στην προσχολική ηλικία (4o έτος): Τα παιδιά γνωρίζουν ότι τα συναισθήματα δεν επηρεάζονται μόνο από το τι έχει συμβεί, αλλά και από το τι περιμένουν ή τι νομίζουν ότι συνέβη.

Στην σχολική ηλικία συχνά τα παιδιά έχουν μεγάλη δυσκολία να εκφράσουν τα αρνητικά τους συναισθήματα. Έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά ηλικίας 6-12 ετών μαθαίνουν σταδιακά πότε, πού και σε ποιον θα πρέπει να τα εκδηλώσουν. Προσπαθούν ταυτόχρονα να αποκτήσουν έλεγχο των μυών του προσώπου, προκειμένου να αποκρύψουν τα βαθύτερα συναισθήματά τους.

Κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης, τα παιδιά νιώθουν συχνά φόβο, άγχος, θυμό (εκρήξεις θυμού, επιθετικότητα), ζήλια (ανταγωνισμός μεταξύ αδελφών) ή λύπη και ανησυχία. Αυτά τα συναισθήματα μπορεί να αποτελούν ενδείξεις αγχογόνων καταστάσεων, στις οποίες εκτίθενται τα παιδιά ή απλώς δείγματα των νέων γνωστικών δεξιοτήτων τους.

Διαφυλικές διαφορές και συναισθήματα

Οι διαφορές στην έκφραση των συναισθημάτων στα δύο φύλα σχετίζονται με την ιδιοσυγκρασία, την κοινωνικοποίηση, τα ενδοατομικά χαρακτηριστικά και τις πολιτισμικές αξίες. Σημαντικό επίσης ρόλο παίζουν τα ατομικά χαρακτηριστικά των γονέων, η ποιότητα της σχέσης τους, η κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση και οι αντιλήψεις τους σχετικά με το φύλο.
Στα παιδιά έχουν καταγραφεί, από έρευνες, σημαντικές διαφορές στα παρακάτω συναισθήματα:

Θυμός: τα αγόρια από μικρή ηλικία βιώνουν έντονα το συναίσθημα του θυμού σε σχέση με τα κορίτσια (αναφορά σε μητέρες). Σε μεγαλύτερη ηλικία εκφράζουν το θυμό τους με τη φωνή, με εκφράσεις προσώπου ή με συγκεκριμένες συμπεριφορές.
Η συχνότητα και η ένταση του θυμού δε διαφέρει ουσιαστικά στα δύο φύλα, αφού οι γυναίκες, συγκριτικά με τους άντρες, θυμώνουν περισσότερες φορές με ένταση και διατηρούν το συναίσθημά τους για μεγαλύτερη διάρκεια (Brody,1993).

Άγχος: κατά την παιδική ηλικία, τα αγόρια είναι πολύ πιο ευάλωτα από τα κορίτσια στο άγχος που συνδέεται με γεγονότα, όπως η γέννηση δεύτερου παιδιού στην οικογένεια, ο χωρισμός των γονιών, η εισαγωγή σε κάποιο νοσοκομείο κ.ά. Εκδηλώνεται με συναισθήματα θυμού και λύπης, με ανυπακοή ή σχολική άρνηση. Στην εφηβεία, τα κορίτσια φαίνεται να υποφέρουν περισσότερο από τις επιδράσεις του άγχους.

Ανησυχία: τα κορίτσια βιώνουν το συναίσθημα της αγωνίας, ως έντονη ανησυχία, πολύ περισσότερο από ό, τι τα αγόρια. Ίσως βέβαια αυτή η διαφορά να οφείλεται στο ότι τα αγόρια δυσκολεύονται να το παραδεχτούν. Οι ενήλικες, εν τούτοις, τείνουν να συμπαραστέκονται περισσότερο στα κορίτσια. Στην ηλικία των δέκα και έντεκα ετών παύουν αυτές οι διαφορές να είναι σημαντικές (Marks, 1987; Ollenddick, Matson & Helsel, 1985).

Φόβος: τα κορίτσια τείνουν να αναφέρουν περισσότερους φόβους σε σχέση με τα αγόρια, ίσως επειδή τα τελευταία μαθαίνουν από μικρή ηλικία να μην εκφράζουν τους φόβους τους. Τα κορίτσια αναφέρουν εντονότερους φόβους σχετικά με την πιθανότητα να χαθούν σε άγνωστο μέρος, ενώ τα αγόρια για τυχόν αρρώστιες. Πολλοί είναι όμως οι κοινοί φόβοι αγοριών και κοριτσιών, όπως η ύπαρξη ενός κλέφτη μέσα στο σπίτι, ο διευθυντής στο σχολείο, οι σεισμοί, ο θάνατος κ.ά.

Χαρά, αγάπη, ζεστασιά και συμπόνια: τα συγκεκριμένα θετικά συναισθήματα, εκφράζονται συχνότερα και εντονότερα από την πλευρά των κοριτσιών, κυρίως στις διαπροσωπικές τους σχέσεις.

Η ικανοποίηση, η υπερηφάνεια και η εμπιστοσύνη: είναι συναισθήματα στα οποία αναφέρονται συχνότερα τα αγόρια (Brody, 1993).

 

Δ. Αντιμετώπιση των δυσάρεστων συναισθημάτων των παιδιών

Η αντιμετώπιση των συναισθημάτων του φόβου, του θυμού, της ζήλιας και της λύπης είναι, για τα μικρά παιδιά, μια ιδιαίτερα δύσκολη εμπειρία. Όταν δεν γνωρίζουν πώς να ορίσουν αυτό που νιώθουν, όταν δεν αντιλαμβάνονται για ποιο λόγο αισθάνονται άσχημα, όταν αγνοούν τις στρατηγικές που θα τα βοηθήσουν να διαχειριστούν με λειτουργικό τρόπο αυτά τα συναισθήματα, τότε τα βιώνουν με επώδυνο τρόπο.

Αυτά που χρειάζεται να γνωρίζουν όλοι οι «σημαντικοί άλλοι», όταν έρχονται σε επαφή με τα παιδιά που βιώνουν δυσάρεστα συναισθήματα, είναι:
⦁ Τα παιδιά χρειάζονται χρόνο, τόσο για να συνειδητοποιήσουν τι ακριβώς νιώθουν και γιατί, όσο και για να αντιμετωπίσουν το δυσάρεστο συναίσθημα.
⦁ Σημείο αναφοράς, για το παιδί που αισθάνεται δυσάρεστα, αποτελεί η σταθερή παρουσία κάποιου ενήλικα. Όταν οι «σημαντικοί άλλοι» δηλώνουν με τον τρόπο τους: «είμαι εδώ για σένα», το παιδί ξέρει ότι υπάρχει κάποιος, που μπορεί να το στηρίξει και να το βοηθήσει, κάθε φορά που το έχει ανάγκη.
⦁ Τα παιδιά δυσκολεύονται να κατανοήσουν τι είναι αυτό που νιώθουν και τα κάνει να αισθάνονται δυσάρεστα. Χρειάζονται βοήθεια, ώστε να προσδιορίσουν, αρχικά, το συναίσθημα και μετά να το εκφράσουν. Η λεκτική ή μη λεκτική έκφραση του συναισθήματος, με το παιχνίδι ή άλλα μέσα, είναι καθοριστική για τον τρόπο που τελικά θα διαχειριστούν τα συναισθήματα που τα δυσκολεύουν.

 

Δ1. Το συναίσθημα του φόβου

Φόβος: ο φόβος είναι μια φυσιολογική αντίδραση σε πραγματική απειλή.
Φοβία: η φοβία εμπεριέχει την αντίδραση του φόβου -ως συμπεριφορά- ο οποίος όμως είναι δυσανάλογος προς την απειλή ή το φοβικό αντικείμενο.

Βρεφική ηλικία (γέννηση – 1 έτους): Χαρακτηριστικοί φόβοι των παιδιών αυτής της ηλικίας είναι ο φόβος των ξένων, του αποχωρισμού, των δυνατών θορύβων, του ύψους και της απώλειας της ισορροπίας.
1 – 2 ετών: Σε αυτή την περίοδο εμφανίζονται πολύ συχνά φόβοι σε σχέση με άγνωστους ανθρώπους, περίεργους θορύβους, με την τουαλέτα και το νιπτήρα, με τα ζώα και τις αλλαγές στο περιβάλλον.
3 – 4 ετών: Στην ηλικία αυτή τα παιδιά φοβούνται κυρίως το σκοτάδι, τον αποχωρισμό από κάποιο γονιό και τα ζώα.
5 ετών: Τώρα προστίθεται στους προηγούμενους φόβους και αυτός του σωματικού τραυματισμού.
6 ετών: Τα παιδιά, σε αυτή την ηλικία, αρχίζουν να αναφέρουν φόβους για υπερφυσικά όντα, φυσικά φαινόμενα (π.χ. αστραπές) και δυσκολία να μένουν ή να κοιμούνται μόνα τους.

Χρήσιμες επισημάνσεις για τη διαχείριση του φόβου στα παιδιά
⦁ Να είμαστε διαθέσιμοι και υποστηρικτικοί, μέχρι το παιδί να αισθανθεί ασφαλές και σίγουρο, διαβεβαιώνοντάς το ότι κατανοούμε το συναίσθημά του. Ας έχουμε στο νου μας ότι ο φόβος δεν είναι ένδειξη αδυναμίας, αλλά έκκληση για βοήθεια.
⦁ Να επεξηγούμε με ειλικρίνεια στο παιδί το φοβικό αντικείμενο, δίνοντάς του το χρόνο που χρειάζεται, για να εξοικειωθεί με αυτό. Η γνωστική κατανόηση με την ειλικρινή επεξήγηση δίνουν στα παιδιά την απαραίτητη σιγουριά, για να αντιμετωπίσουν αυτό που τα φοβίζει
⦁ Να ακούμε με προσοχή τους φόβους των παιδιών και να εκφράζουμε την εμπιστοσύνη μας σε αυτά για το ότι είναι σε θέση να τους αντιμετωπίσουν

Τα βοηθάμε επίσης, όταν:
⦁ Τα στηρίζουμε να ανακαλύπτουν τα ίδια τρόπους, για να διαχειριστούν τους φόβους τους.
⦁ Τονίζουμε ότι είναι απόλυτα φυσιολογικό να νιώθουμε φόβο – όλοι τον βιώνουμε.
⦁ Χρησιμοποιούμε παραδείγματα για παιδιά ή ενήλικες που ξεπέρασαν το φόβο τους.

Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, όταν το φοβικό αντικείμενο είναι κάτι που προκαλεί και σε εμάς φόβο. Υπάρχει κίνδυνος να ενισχύσουμε τον δικό τους, αποτυγχάνοντας να στηρίξουμε τα παιδιά.

 

Δ2. Το συναίσθημα του θυμού

Το συναίσθημα του θυμού εμφανίζεται, όταν νιώθουμε ότι απειλείται η αυτοεκτίμηση, η αξιοπρέπεια, η ακεραιότητα ή η ιδιοκτησία μας, πράγματα που θεωρούμε κεκτημένα.
Βοηθά πολύ στον έλεγχο του θυμού η κατανόηση των συναισθημάτων των άλλων, που σε μεγάλο βαθμό επιτυγχάνεται στα πλαίσια του παιχνιδιού και της συναναστροφής με τους συνομηλίκους.
Στην προσχολική ηλικία τα παιδιά μαθαίνουν να διαχειρίζονται καλύτερα το θυμό τους σε σχέση με μικρότερα παιδιά, μπαίνοντας στη θέση τους.

Αιτίες
Σε γενικές γραμμές, οι αιτίες που μπορεί να προκαλέσουν εκρήξεις οργής είναι:

  • οι ματαιώσεις των επιθυμιών των παιδιών
  • η παραμέληση και τα αισθήματα απόρριψης και μοναξιάς
  • η ένταση που μπορεί να προέρχεται από κούραση, ασθένεια ή σύγχυση.

Αυτό συμβαίνει:
α) είτε γιατί τα ίδια θέλουν να εκφράσουν την ανάγκη τους για αυτονόμηση
β) είτε γιατί αποζητούν την προσοχή μας
γ) είτε γιατί δεν είναι σε θέση να διαχειριστούν αυτή την ένταση των συναισθημάτων τους.

Κατευθυντήριες γραμμές διαχείρισης του θυμού και των εκρήξεων οργής των παιδιών

⦁ Η υιοθέτηση επιθετικής συμπεριφοράς (φωνές, σωματική τιμωρία) για την αντιμετώπιση του θυμού των παιδιών, δίνει το αντίθετο πρότυπο από αυτό που προσπαθούμε να πετύχουμε.
⦁ Η έκφραση του θυμού των παιδιών, με λεκτικό ή μη λεκτικό τρόπο (π.χ. παιχνίδι), βοηθά σημαντικά στη διαχείριση της έντασης.
⦁ Είναι καλό να αναγνωρίζουμε στα παιδιά ότι όλα αυτά τα «δυσάρεστα συναισθήματα» και καταστάσεις (ματαίωση, απογοήτευση), μπορεί να τα νιώθουν τόσο έντονα που να τα θυμώνουν.
⦁ Χρειάζεται άμεση παρέμβαση, όταν το παιδί εκδηλώνει αυτοκαταστροφικές ή επιθετικές μορφές συμπεριφοράς. Είναι σημαντικό να εκφράζεται ο λόγος της παρέμβασης, όπως η αγάπη και το ενδιαφέρον των γονιών προς το παιδί, προκειμένου να μη βλάψει τον εαυτό του.
⦁ Σαφείς και ξεκάθαροι κανόνες και επιβραβεύσεις ή τιμωρίες μπορούν να βοηθήσουν ιδιαίτερα στη διαχείριση του θυμού.
⦁ Προσοχή! Ο έντονος θυμός συχνά είναι καλά καλυμμένη θλίψη. Η αίσθηση απώλειας ελέγχου που βιώνει κάποιος, όταν νιώθει βαθιά θλίψη, συχνά δηλώνεται με εκρήξεις θυμού.

 

Δ3. Το συναίσθημα της λύπης

Το συναίσθημα της λύπης υπάρχει από τα πρώτα αναπτυξιακά στάδια. Η έκφραση του συναισθήματος της λύπης από τα παιδιά αποτελεί μια έμμεση έκκληση για βοήθεια και υποστήριξη από το περιβάλλον.

Αιτίες:
Αιτίες που μπορεί να προκαλέσουν την εκδήλωση αυτού του συναισθήματος είναι:
⦁ η απουσία ενός σημαντικού προσώπου
⦁ η αρρώστια, ή η απώλεια ενός γονέα ή ενός «σημαντικού άλλου»
⦁ ο αποχωρισμός από αγαπημένα αντικείμενα
⦁ η μετακίνηση σε άλλη πόλη
⦁ η απόρριψη
⦁ η εγκατάλειψη
⦁ ο χωρισμός των γονέων
⦁ η άσκηση κριτικής, κ.ά.

Σημαντική βοήθεια στη διαχείριση του συναισθήματος της λύπης παρέχεται όταν:
⦁ νιώθουν τα παιδιά ότι μπορούμε να κατανοήσουμε το πώς αισθάνονται
⦁ τα ενθαρρύνουμε να μιλούν γι’ αυτό το έντονο συναίσθημα

Σημαντική βοήθεια στη διαχείριση του συναισθήματος της λύπης παρέχεται, όταν υπάρχει μια ζεστή και υποστηρικτική σχέση που να ανακουφίζει τις ανησυχίες και τους φόβους, που ίσως βιώνουν.
Επισημάνσεις για παροχή βοήθειας στα παιδιά, ώστε να διαχειριστούν τη λύπη τους:
1. Να ενθαρρύνουμε τα παιδιά να σκέφτονται θετικά και αισιόδοξα για ό,τι αρνητικό τους συμβαίνει.
2. Να ακούμε προσεκτικά τις ανησυχίες τους.
3. Να παρέχουμε ευκαιρίες να ελέγχουν το περιβάλλον τους και να νιώθουν έτσι περισσότερη ασφάλεια.
4. Να τα διαβεβαιώνουμε για την αγάπη και τη φροντίδα μας. Προκαλούμε έτσι το αίσθημα της ζεστασιάς και ασφάλειας.
5. Να προσαρμόζουμε τη συμπεριφορά μας, ώστε να αποφεύγονται συγκρούσεις, επικρίσεις, απόρριψη και γενικότερα η παραμέληση των παιδιών.
6. Η θλίψη συνοδεύεται, πολλές φορές, από το συναίσθημα της μοναξιάς, κυρίως, όταν τα παιδιά αισθάνονται αποκλεισμένα από την ομάδα των συνομηλίκων. Αυτό επιδρά σημαντικά και στην αυτοεκτίμησή τους.
7. Το να μοιραζόμαστε το γεγονός που προκάλεσε την έντονη λύπη, ωθώντας τα παιδιά να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, είναι ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίσουν αυτό το τόσο έντονο συναίσθημα.
8. ΠΡΟΣΟΧΗ! Αν νιώθουμε πως δεν μπορούμε ή δεν αντέχουμε να μοιραστούμε την ιστορία της λύπης του παιδιού, καλό είναι να το αναβάλουμε. Είναι πολύ πιθανός ο κίνδυνος να αντιστραφούν οι ρόλοι και το παιδί να στηρίζει εμάς, αντί εμείς εκείνο.

 

Δ4. Τέσσερις γενικές αρχές για τη διαχείριση των δυσάρεστων συναισθημάτων είναι:

1. Η διαμόρφωση ήρεμου περιβάλλοντος, στην καθημερινή ρουτίνα των παιδιών, με:
⦁ σαφείς κανόνες
⦁ τακτικότητα στις καθημερινές συνήθειές τους
⦁ συζήτηση για την καθημερινότητα
⦁ παροχή ευκαιριών για εκτόνωση των εντάσεων που βιώνουν

2. Όλα τα συναισθήματα είναι φυσιολογικά και αποδεκτά. Δεν τα τιμωρούμε ούτε τα απορρίπτουμε, αλλά βοηθάμε τα παιδιά, με συζήτηση, να κατανοήσουν τι ακριβώς νιώθουν.

3. Χωρίς πίεση να δίνουμε ευκαιρίες στα παιδιά να εκφράζουν τα συναισθήματα που νιώθουν. Χρειάζονται, πολλές φορές, αρκετό χρόνο, για να εξωτερικεύσουν ένα δυσάρεστο συναίσθημα. Πρέπει να τους δίνουμε τον απαραίτητο χρόνο, και να μην επιμένουμε με συνεχείς ερωτήσεις να μας πουν. Ίσως τα αποτελέσματα να είναι αντίθετα από τα προσδοκώμενα.

4. Η ίδια η οικογένεια πρέπει να μην δρα ως αρνητικό μοντέλο συμπεριφοράς: κλίμα συγκρούσεων, άγχους, θυμού, φωνών, διαρκών επικρίσεων. Δεν αφήνει έτσι τα περιθώρια στα παιδιά να διδαχθούν λειτουργικούς τρόπους διαχείρισης των δυσάρεστων συναισθημάτων.

 

 

Γ. Συναισθηματική νοημοσύνη – συναισθηματική αγωγή

Η συναισθηματική εκπαίδευση και διαπαιδαγώγηση αναφέρονται σε όλες τις ικανότητες που αποτελούν τη συναισθηματική νοημοσύνη (στην ικανότητα αντίληψης, έκφρασης και διαχείρισης των συναισθημάτων, στον αυτοέλεγχο, στην ενσυναίσθηση, στην ποιοτική επικοινωνία, στη διαδικασία επίλυσης συγκρούσεων, στη διεκδικητική στάση, στην προσωπική υπευθυνότητα, στην αυτεπίγνωση και αυτοαποδοχή), στο πλαίσιο των συναισθηματικών αλληλεπιδράσεων των παιδιών στην οικογένεια και το σχολείο (Goleman, 1998).

 

ΣΤ. Συναισθηματική αγωγή
Η συναισθηματική αγωγή αφορά όλα τα παιδιά, αλλά και τους ενήλικες που ασχολούνται με αυτά ή καθοδηγούν ομάδες παιδιών. Απαιτείται όμως γι’ αυτό η εκμάθηση νέων δεξιοτήτων από τους ενήλικες, ώστε να είναι σε θέση να «εκπαιδεύσουν» τα παιδιά σε κοινωνικές και συναισθηματικές δεξιότητες, αφού, η συναισθηματική αγωγή δεν είναι δεδομένη ούτε καλλιεργείται στον ίδιο βαθμό από όλους.

Ο Gottman (2000) προτείνει πέντε στάδια στη διαδικασία της συναισθηματικής αγωγής και διαπαιδαγώγησης των παιδιών:
1ο Επίγνωση των συναισθημάτων του παιδιού
Σε αυτό το πρώτο στάδιο βοηθάμε τα παιδιά αρχικά να κατανοούν και να αναγνωρίζουν ένα συναίσθημα, τη στιγμή που το βιώνουν, και να μπορούν να το ονομάζουν με ακρίβεια, και στη συνέχεια να αναπτύσσουν την ικανότητα να αντιλαμβάνονται την εκδήλωση αντίστοιχων συναισθημάτων και στους άλλους.

2ο Αναγνώριση
Η αναγνώριση, κυρίως των αρνητικών συναισθημάτων, είναι μια σημαντική διαδικασία, γιατί αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία θα δομηθούν και άλλες ικανότητες, όπως η αντιμετώπιση των συναισθημάτων που προκαλούν θυμό, φόβο, άγχος ή η εκμάθηση διαδικασιών επίλυσης προβλημάτων. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, όταν τα αρνητικά συναισθήματα βρίσκονται ακόμη σε χαμηλή ένταση και δεν έχουν συσσωρευτεί, ώστε να οδηγήσουν σε κρίση π.χ. τσακωμό.

3ο Ακρόαση με ενσυναίσθηση και επιβεβαίωση των συναισθημάτων του παιδιού
Σε αυτό το στάδιο οι ενήλικες χρησιμοποιούμε την ικανότητα της «ενσυναίσθησης», που αποτελεί και τη βάση της συναισθηματικής αγωγής. Ως «ενσυναισθηματικοί ακροατές» συγκεντρωνόμαστε και αφιερώνουμε χρόνο στους συνομιλητές μας – παιδιά , ώστε να κατανοήσουν, και να ονομάσουν-εκφράσουν τα δυσάρεστα συναισθήματά τους, πριν οδηγηθούν σε σύγκρουση.
Φροντίζουμε όχι μόνο να ακούμε τα παιδιά, αλλά και να κατανοούμε την οπτική τους και να τους το δείχνουμε, μέσω λεκτικών, όσο και μη λεκτικών διόδων. Τα οδηγούμε στη συνέχεια σε μια συζήτηση, που θα βοηθήσει στην εκτόνωση της έντασης, αναφέροντας όσα έχουμε παρατηρήσει, χωρίς να κάνουμε πολλές ερωτήσεις.

 

Ζ. Ενσυναίσθηση

Ως Ενσυναίσθηση ορίζεται η συναισθηματική ταύτιση ενός ατόμου με την ψυχική κατάσταση ενός άλλου και η κατανόηση της συμπεριφοράς και των κινήτρων του. Είναι, δηλαδή, η ικανότητά του να αισθανθεί τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων, σε συνδυασμό με αυτήν του να φανταστεί τι θα μπορούσε ένας άλλος να σκεφτεί ή να νιώσει.
Μπορεί να επιτευχθεί μέσω του συνδυασμού της οπτικής και ηχητικής παρατήρησης ενός ατόμου, τη γλώσσα του σώματος, των εκφράσεων του προσώπου, ή της λεκτικής επικοινωνίας.
Διακρίνονται, από τους σύγχρονους ερευνητές, 2 τύποι ενσυναίσθησης:
⦁ Η Συναισθηματική, οποία αναφέρεται στις αισθήσεις και τα συναισθήματα που λαμβάνουμε ως απόκριση των συναισθημάτων των άλλων .
⦁ Η Γνωστική, η οποία αναφέρεται στην ικανότητα του ατόμου να εντοπίσει και να κατανοήσει τα συναισθήματα άλλων ανθρώπων. Σε αυτή την περίπτωση, το άτομο βλέπει και εκτιμά από τη σκοπιά του άλλου.

Έχει διαπιστωθεί ότι οι άνθρωποι με υψηλό βαθμό ενσυναίσθησης είναι πιθανότερο να βοηθήσουν άλλους ανθρώπους, που έχουν ανάγκη, ακόμη κι αν αυτό περιορίσει το ατομικό τους συμφέρον.
Η ενσυναίσθηση
⦁ μειώνει την προκατάληψη και τον ρατσισμό
⦁ μειώνει τα κρούσματα εκφοβισμού και επιθετικότητας μεταξύ των παιδιών
⦁ προάγει τις ηρωικές πράξεις
⦁ καταπολεμά την κοινωνική ανισότητα

Στάδια ανάπτυξης της ενσυναίσθησης
Η ενσυναίσθηση εμφανίζεται από πολύ νωρίς στη ζωή των ανθρώπων και εκδηλώνεται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε ηλικία. Ακολουθεί ένα αναπτυξιακό μοντέλο που συνάδει με αυτό της γνωστικής ανάπτυξης.
Η δεκτικότητά μας στις δικές μας συγκινήσεις, μας κάνει ικανούς να αντιληφθούμε και τα συναισθήματα των άλλων. Τα υψηλά δε επίπεδα ενσυναισθητικής ικανότητας δημιουργούν προϋποθέσεις για καλύτερες ακαδημαϊκές επιδόσεις στο σχολικό πλαίσιο.

Σύμφωνα με τον Hoffman, τα στάδια ανάπτυξης της ενσυναίσθησης είναι τέσσερα:
1ο έτος: Μεταδοτική συγκίνηση, ενιαία συναισθήματα.
2ο έτος: Αντιλαμβάνεται το νήπιο τα συναισθήματα των άλλων ως ξεχωριστά από τα δικά του. Κάνει άστοχες ενέργειες να βοηθήσει τους άλλους.
3-5 ετών: Η ανάπτυξη λεκτικής ικανότητας βοηθά το παιδί να εκφράσει τα συναισθήματά του. Αποκτά ενσυναίσθηση και για ανθρώπους που δεν έχει συναντήσει ποτέ.
6-9 ετών: Αντιλαμβάνεται το παιδί ότι τα συναισθήματα των άλλων απορρέουν από τις εμπειρίες τους. Ενδιαφέρεται για τις συνθήκες ζωής τους (π.χ. φτώχεια, αρρώστια, καταπίεση) και για κοινωνικά και πολιτικά θέματα.

 

 

Ο χάρτης της Ενσυναίσθησης (Empathy Map)
Είναι ένα συλλογικό εργαλείο ομάδων, που χρησιμοποιείται από εταιρείες, με σκοπό τη βαθύτερη κατανόηση του πελατολογίου τους. Δημιουργήθηκε αρχικά από τον Dave Gray, αλλά, λόγω της αποτελεσματικότητάς του, απέκτησε σημαντική δημοτικότητα, και δέχτηκε τροποποιήσεις, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε προγράμματα συναισθηματικής συνειδητοποίησης και σε άλλα πλαίσια, όπως το σχολικό.
Βοηθάει τον εμψυχωτή – εκπαιδευτικό να συνθέσει τις παρατηρήσεις του και να αντλήσει σημαντικά στοιχεία από τον χαρακτήρα του παιδιού.

Xρήση του Χάρτη της Ενσυναίσθησης (Empathy Map)
Χωρίζουμε ένα φύλλο Α4 ή έναν πίνακα, σε 4 τεταρτημόρια και γράφουμε στο καθένα από αυτά αντίστοιχα: Λέω – Κάνω – Σκέφτομαι –Αισθάνομαι. Αφού παρατηρήσουμε το παιδί, εστιάζοντας στα 4 αυτά στοιχεία, συμπληρώνουμε τον Χάρτη, λαμβάνοντας υπόψη τις σημειώσεις μας.
Τα μεγαλύτερα παιδιά μπορούν με καθοδήγηση, αρχικά, να τον συμπληρώνουν και μόνα τους.
Παράδειγμα:
* Σκέφτομαι: τι θα μπορούσε να σκέφτεται το παιδί; Τι άποψη αποκομίζω εγώ για τις πεποιθήσεις του;
* Αισθάνομαι: τι συναισθήματα νομίζω ότι ένιωσε τότε ή νιώθει τώρα, μετά…
* Λέω: ποιες χαρακτηριστικές λέξεις και με τι ύφος ή τόνο φωνής τις είπε το παιδί;
* Κάνω: ποιες ενέργειες και συμπεριφορές (γλώσσα σώματος) παρατήρησα;

Χρησιμοποιώντας ο εκπαιδευτικός το περιεχόμενο των καρτών των Κύκλων της Ενσυναίσθησης μέσω των δηλώσεων και του Χάρτη της Ενσυναίσθησης, μπορεί να αντλήσει πληροφορίες και να τις επεξεργαστεί με στόχο την εμβάθυνση των συναισθημάτων και την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης, ανάλογα με την ηλικία των παιδιών.

4ο Βοήθεια στα παιδιά να κατονομάσουν λεκτικά τα συναισθήματά τους
Η ανάπτυξη λεξιλογίου συναισθημάτων και η εξοικείωση με το χαρακτηρισμό συναισθημάτων βοηθούν τα παιδιά να ανακουφίζονται, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που βιώνουν αρνητικά συναισθήματα. Είναι αναγκαίο να λαμβάνουμε υπόψη μας ότι συνήθως βιώνονται ανάμεικτα συναισθήματα, οπότε, όσο πιο ξεκάθαρα εκφράζουν τα παιδιά τα συναισθήματά τους, τόσο πιο εύκολα μπορούν να ενεργοποιηθούν και τεχνικές, που παράλληλα θα τα χαλαρώσουν και θα τα ηρεμήσουν.

5ο Καθορισμός ορίων, παράλληλα με παροχή βοήθειας στη διερεύνηση στρατηγικών για την επίλυση των προβλημάτων
Θέτουμε όρια, κυρίως σε «ανάρμοστες» συμπεριφορές (π.χ. σωματική επιθετικότητα). Το αρνητικό συναίσθημα είναι απόλυτα φυσιολογικό και αποδεκτό, η κακή όμως συμπεριφορά δεν είναι εξίσου αποδεκτή. Με κατανόηση και κατάλληλη καθοδήγηση μπορούμε να προτείνουμε εναλλακτικούς τρόπους για την έκφραση των αρνητικών συναισθημάτων.
Επίλυση προβλήματος:
⦁ Αναγνωρίζουμε και καθορίζουμε τους στόχους για την επίλυση του προβλήματος που υπάρχει
Σε αυτή τη διαδικασία το παιδί, που αντιμετωπίζει το συγκεκριμένο πρόβλημα, μπορεί να χρειαστεί χρόνο και ενθάρρυνση, για να εκφράσει όσα νιώθει. Βοηθούν ιδιαίτερα στις συζητήσεις οι ανοιχτού τύπου ερωτήσεις, που διευκρινίζουν καλύτερα τις διαστάσεις του προβλήματος και τους στόχους που θέλει το άτομο να πετύχει. Κάποιες φορές, που το πρόβλημα δεν έχει λύση, (π.χ. απώλεια ενός αγαπημένου αντικειμένου, ζώου ή προσώπου), ο στόχος μπορεί να είναι μόνο η παρηγοριά και η αποδοχή της απώλειας.
⦁ Σκεφτόμαστε τις πιθανές λύσεις και τις εναλλακτικές επιλογές για την αντιμετώπιση του προβλήματος
Είναι πολύ σημαντικό, για το άτομο που αντιμετωπίζει τη δυσκολία, να ενθαρρυνθεί να διατυπώσει δικές του ιδέες και να τις επεξεργαστεί. Σε μικρής ηλικίας άτομα αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τα παιχνίδια ρόλων (π.χ. κουκλοθέατρο) ή την τεχνική του καταιγισμού
ιδεών.

κ. Λυπημένος

κ. Χαρούμενος
⦁ Εκτιμάμε τις προτεινόμενες λύσεις, σε συνάρτηση με τις αξίες του σχολείου και του κοινωνικού περιβάλλοντος
Σε αυτό το στάδιο γίνεται επιλογή των λύσεων που θα εφαρμοστούν, βάσει του πόσο δίκαιη και αποτελεσματική μπορεί να είναι η καθεμιά, τόσο για το ίδιο το παιδί, όσο και για τα άτομα του άμεσου περιβάλλοντός του.
⦁ Βοηθάμε το παιδί να επιλέξει μία λύση
Σαφώς και δεν υποδεικνύουμε την αποτελεσματικότερη και πιο «σωστή». Εάν το παιδί επιλέξει μια λύση που δεν είναι αποτελεσματική, αλλά είναι ακίνδυνη, επιτρέπουμε την εφαρμογή της, ώστε με τη δοκιμή αυτή να μάθει από τα λάθη που θα κάνει. Ιδιαίτερα βοηθητική στο πλαίσιο της καθοδήγησης είναι η αποκάλυψη, εκ μέρους των ενηλίκων (γονέων, δασκάλων), για το πώς οι ίδιοι χειρίστηκαν ανάλογα προβλήματα και τι έμαθαν από τα λάθη και τις εμπειρίες που απέκτησαν.

Κατά την τελική επίλυση του προβλήματος είναι αρκετά σημαντική η ύπαρξη καθορισμένου σχεδίου. Στην περίπτωση αποτυχίας, ενθάρρυνση για συνέχιση της προσπάθειας προσφέρει η αξιολόγηση των λύσεων που δεν λειτούργησαν και ο επαναπροσδιορισμός άλλων πιο αποτελεσματικών.
Συναισθηματική αγωγή και σχολικό πλαίσιο
Σκοπός των εκπαιδευτικών και σχολικών ψυχολόγων στη διαδικασία της κοινωνικής και συναισθηματικής αγωγής στο σχολικό πλαίσιο, είναι η εκμάθηση δεξιοτήτων στα παιδιά, ώστε να αλληλεπιδρούν πιο αποτελεσματικά με τους άλλους και να διακρίνονται από κοινωνική, συναισθηματική, ακαδημαϊκή, όπως έχουν δείξει έρευνες, και σωματική υγεία και επάρκεια, τομείς που είναι αλληλένδετοι.

Είναι γεγονός πως σε σχολικές κοινότητες που συστηματικά εφαρμόζονται προγράμματα για την ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων και δεξιοτήτων κατανόησης, έκφρασης και διαχείρισης των συναισθημάτων, παρατηρείται βελτίωση της ακαδημαϊκής επίδοσης των μαθητών, μείωση της συχνότητας εμφάνισης προβλημάτων συμπεριφοράς, αύξηση της ικανότητας για σύναψη υγιών και ζεστών σχέσεων με τους άλλους, καθώς και επίλυσης προβλημάτων και λήψης αποφάσεων (Elias et al., 1997).

Ο ρόλος των εκπαιδευτικών
Όσο αφορά στο σχεδιασμό, την εφαρμογή και την αξιολόγηση των προγραμμάτων αυτών, σημαντικός αναδεικνύεται ο ρόλος των εκπαιδευτικών. Εξίσου όμως σημαντική είναι και η συνεργασία τους με τους γονείς, τους σχολικούς ψυχολόγους, καθώς και τους φορείς της ευρύτερης κοινότητας.

Στόχοι:
α) δημιουργία αναγκαίων προϋποθέσεων για την παροχή υπηρεσιών, που προάγουν:
⦁ την αυτοδιαχείριση των παιδιών
⦁ την ικανότητά τους να επιλύουν προβλήματα και να λαμβάνουν αποφάσεις
⦁ τη δυνατότητά τους να επικοινωνούν αποτελεσματικά με τους άλλους, να τους αποδέχονται και να τους σέβονται
β) καλλιέργεια προκοινωνικών δεξιοτήτων, που σχετίζονται με την ικανότητα:
⦁ να προσφέρουν ουσιαστικά στο συνάνθρωπό τους
να κατανοούν την οπτική του (Elias et al., 1997).

Με κατάλληλου είδους ευαισθητοποίηση και επιμορφωτικά σεμινάρια, μπορούμε οι εκπαιδευτικοί να αποτελούμε τους φορείς της συναισθηματικής αγωγής, δίνοντας νέο περιεχόμενο στα γνωστικά αντικείμενα, με τα οποία ήδη ασχολούμαστε στη σχολική τάξη.

Δημιουργώντας κατάλληλες προϋποθέσεις και πρόσφορο κλίμα, δίνουμε στους μαθητές την ευκαιρία:
⦁ να εκφράζουν τα συναισθήματά τους
⦁ να ασκούνται στον έλεγχο και τη διαχείριση, κυρίως των δυσάρεστων συναισθημάτων
⦁ να εφαρμόζουν διαδικασίες επίλυσης προβλημάτων και συγκρούσεων
⦁ να συζητούν για την επιλογή των λύσεων
να αντιλαμβάνονται τη θέση και την οπτική των άλλων.

Διερευνώντας και κατανοώντας καλύτερα τον εσωτερικό τους κόσμο, τα ίδια τα παιδιά έχουν την ευκαιρία να αξιοποιήσουν περισσότερο τις δυνατότητές τους και να αισθάνονται πιο χαρούμενα και δημιουργικά.

Οι εκπαιδευτικοί, από την πλευρά μας, θέτουμε τα θεμέλια για τη δημιουργία ενός θετικού κλίματος στην τάξη, που προάγει τη μάθηση, την ψυχική υγεία και την ανάπτυξη των παιδιών, ενώ οι ίδιοι έχουμε την ευκαιρία να βελτιώσουμε την επικοινωνία μας, τόσο μέσα στο σχολικό πλαίσιο, όσο και έξω από αυτό.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Κασσωτάκη Α., Αναπτύσσοντας την Ενσυναίσθηση, Εκδ. Upbility.gr., Αθήνα, 2015
Μάνος Γ. Κ., Ψυχολογία του εφήβου, Εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα, 2000
Παπαδάκη – Μιχαηλίδη Ε., Ο δεσμός της αγάπης, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2006
Χατζηχρήστου Χ., Πρόγραμμα Προαγωγής της Ψυχικής Υγείας και της Μάθησης – Κοινωνική και Συναισθηματική Αγωγή στο Σχολείο, Εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα, 2008
Gottman J., Η Συναισθηματική Νοημοσύνη των Παιδιών, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2000
Sternberg J. R., H νοημοσύνη της επιτυχίας, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1998
Goleman D., Η Συναισθηματική Νοημοσύνη, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1998
Gardner H. (1983). Frames of mind: The theory of multiple intelligences. New York: Basic Books

Scroll to Top