Τότα Αρβανίτη – Παπαδοπούλου

Τότα Αρβανίτη - Παπαδοπούλου

Είναι τελικά λάθος να αγαπάς τα παιδιά που διδάσκεις;

«Εις μνήμην της Αννούλας»
[Απόσπασμα από τις προσωπικές μου καταγραφές]

 

Κάθε φορά που θυμάμαι την Αννούλα, μου έρχονται στο νου τα λόγια μιας καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο του Lancaster, την περίοδο που φοιτούσα εκεί για το Μεταπτυχιακό μου: «Είναι σημαντικό να διατηρείτε μια επαγγελματική απόσταση από τα παιδιά που διδάσκετε και να μην συνδέεστε πολύ στενά συναισθηματικά μαζί τους. Κάτι τέτοιο είναι λάθος».

 

Από την πρώτη στιγμή που άκουσα αυτή την οδηγία, αντέδρασα έντονα, καθώς από τη φύση μου είμαι συναισθηματική. «Γιατί είναι λάθος να αγαπάς τα παιδιά που διδάσκεις; Να έρχεσαι κοντά τους και να αγκαλιάζεις την ψυχή τους; Δηλαδή, όλα τα προηγούμενα χρόνια, που δενόμουν συναισθηματικά μαζί τους, δεν ήμουνα καλή επαγγελματίας;»
Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα και ξαναμπήκα στην τάξη, εξακολούθησα να κάνω αυτό που ήξερα να κάνω καλά. Μου ήταν αδύνατο να μην «λούζω» με την αγάπη μου τους μικρούς μου μαθητές, να μην ταυτίζομαι συναισθηματικά μαζί τους. Έτσι κι αλλιώς, τα παιδιά μου ήταν για εμένα η δεύτερη οικογένειά μου.

 

Εκείνη τη χρονιά, ήρθε στην τάξη μου ένα κορίτσι, το οποίο δεν πρόκειται ποτέ μα ποτέ να ξεχάσω. Το όνομά της ήταν Άννα. Αννούλα τη φώναζα, από την πρώτη στιγμή και, έτσι, επηρέασα τα υπόλοιπα παιδιά, που την φώναζαν κι αυτά «Αννούλα». Η Αννούλα, ήταν ένα μικρό, γλυκό, πανέμορφο αγρίμι, που σε έκανε να νοιώθεις σημαντικός, ειδικά όταν σου επέτρεπε να την πλησιάσεις και να την γνωρίσεις καλύτερα. Από την άλλη, είχε αναπτύξει ισχυρή ενσυναίσθηση και νοιαζόταν για όλους. Είχαμε συνδεθεί πολύ μεταξύ μας. Μπορώ να πω πως ήταν «έρωτας με την πρώτη ματιά».

 

Όταν η Αννούλα αγαπούσε, αγαπούσε με όλη της την καρδιά. Με έσφιγγε στην αγκαλιά της με τόση ένταση, που άκουγα τα δόντια της να τρίζουν. Είχα παρατηρήσει πως εξωτερίκευε όλα της τα συναισθήματα τα με την ίδια ένταση. Όταν θύμωνε, ήταν σαν να έβλεπες να γεννιέται μια άγρια καταιγίδα. Όταν θύμωνε αυτό το όμορφο αγρίμι, τίναζε τα χέρια του ψηλά, χτυπούσε με δύναμη τα πόδια του στο πάτωμα, αγρίευε το βλέμμα του και άφηνε τα συναισθήματά του να ξεσπάσουν με απίστευτη οργή.
Στην Αννούλα άρεσε να τρέχει και να χορεύει και ήταν η πρώτη που θα εντόπιζε ένα ουράνιο τόξο, μετά από βροχή. Λάτρευε το ουράνιο τόξο και αυτή της η προτίμηση την έκανε και την ίδια τόσο πολύχρωμη και λαμπερή, που όταν έμπαινε στο σχολείο, φωτίζονταν όλα γύρω της, έπαιρναν ζωή και γίνονταν πολύχρωμα.

 

Βέβαια, υπήρχαν φορές που το αγρίμι μέσα της ζητούσε να δραπετεύσει και έκανε αισθητή την παρουσία του. Η Αννούλα ήθελε να γίνει μια «τίγρης με ρίγες», όταν θα μεγάλωνε. Όταν τα άλλα παιδιά της εξηγούσαν ότι δεν μπορεί να γίνει τίγρης όταν θα μεγαλώσει, γιατί είναι άνθρωπος, η Αννούλα χτυπούσε κάτω με πείσμα τα πόδια της, συνοφρυωνόταν και στρίγκλιζε, λέγοντας πως αυτή θα γινόταν «τίγρης με ρίγες», όταν θα μεγάλωνε. Φυσικά, κανένας δεν τολμούσε να της ξαναφέρει αντίρρηση.
Το αγαπούσα αυτό το αγρίμι. Αγαπούσα το πάθος της για ζωή. Αγαπούσα τον τρόπο που εξωτερίκευε όλα της τα συναισθήματα. Αγαπούσα το γεγονός ότι αντιστεκόταν στο να συμμορφωθεί στους κανόνες, με τον ίδιο τρόπο που και ένα άγριο ζώο θα αντιστεκόταν να περιοριστεί σε ένα κλουβί. Αγαπούσα την άγρια πλευρά του ψυχισμού της. Αγαπούσα πολύ αυτό το ιδιαίτερο και χαρισματικό πλάσμα.

 

Ωστόσο, όσο ξαφνικά κέρδισε την καρδιά μου, άλλο τόσο ξαφνικά την έσπασε… Η Αννούλα μου, έφυγε από αυτόν τον κόσμο με έναν αιφνίδιο τρόπο, λίγο μετά τα Χριστούγεννα, και με άφησε «ερείπιο».
Στην κηδεία της, βίωσα σουρεαλιστικά συναισθήματα. Την περίμενα να φτάσει τρέχοντας, με τον ενθουσιασμό που γνώριζα πολύ καλά, φωνάζοντας «Ήρθα κι εγώ!». Μετά την εξόδιο ακολουθία είπα στη μητέρα της πως αγαπούσα πολύ την Αννούλα της. Με κοίταξε με ένα χαμένο βλέμμα και με ευχαρίστησε.
Εκείνη την «σκοτεινή» περίοδο της επαγγελματικής μου ζωής, εγκάλεσα πολλές φορές τον εαυτό μου για το ότι είχα συνδεθεί τόσο στενά μαζί της. Η μικρή μου τίγρης, είχε αφήσει πίσω της ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Παράλληλα είχα να διαχειριστώ το πρόβλημα που προκλήθηκε από αυτήν την απώλεια στα υπόλοιπα παιδιά της τάξης. Τις επόμενες εβδομάδες, σκεφτόμουνα έντονα να εγκαταλείψω οριστικώς τη δουλειά μου. Πώς έπεσα στην παγίδα να επιτρέψω στον εαυτό μου να αγαπήσει τόσο πολύ ένα παιδί που είχα στην τάξη; Αισθανόμουνα ράκος. Κάθε μέρα που περνούσε, η Αννούλα μού έλειπε πιο πολύ από την προηγούμενη. Για ένα διάστημα βίωσα κατάθλιψη.

 

Μετά από δύο μήνες περίπου, ήρθε στο Νηπιαγωγείο η μητέρα της Αννούλας και μου έκανε διάφορες ερωτήσεις για το παιδί της. Ήθελε να μάθει και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες. Μοιράστηκα μαζί της τα πάντα. Μού ζήτησε να γράψω όλα αυτά που θυμόμουνα για την Αννούλα, στιγμές και στιγμιότυπα που έλαβαν χώρα στο Νηπιαγωγείο και δεν τα είχε ζήσει η ίδια ως μαμά της. «Γράψτε οτιδήποτε μπορείτε να θυμηθείτε. Για μένα το κάθε τι από εκείνη την περίοδο είναι πολύτιμο».
Έγραψα τα πάντα. Οτιδήποτε είχα κρατήσει στη μνήμη μου, έγινε λέξεις, προτάσεις και παράγραφοι. Τα έγραψα όλα. Τα καλά, τα κακά και τα άσχημα. Δεν άφησα τίποτα απ’ έξω…
Όταν τελείωσα, μέτρησα 75 σελίδες. Πριν δώσω στη μητέρα της Αννούλας τις μνήμες μου από το παιδί της, είχα αρχίσει να ανησυχώ για το γεγονός ότι ίσως αυτός ο απολογισμός δεν θα άρεσε στους γονείς της.

 

Λίγες μέρες αφότου παρέδωσα αυτό το άχαρο πόνημα, δέχτηκα τηλεφώνημα από τη μητέρα της Αννούλας. Με ευχαρίστησε που αφιέρωσα χρόνο και κόπο για να γεμίσω με αναμνήσεις αυτές τις σελίδες. Μου είπε πως ήταν ανεκτίμητο για αυτή το ότι συνειδητοποίησε πως το παιδί της αγαπήθηκε αυθεντικά από κάποιον άλλο. Μου είπε, επίσης, πως, πάντα ανησυχούσε για το αν η εκπαιδευτικός του παιδιού της θα κατόρθωνε να εκτιμήσει εκείνα που η ίδια αγαπούσε στο παιδί της. Όταν διάβασε ποια ήταν εκείνα τα μικρά πράγματα που εγώ αγαπούσα στο παιδί της, μου είπε πως αισθάνθηκε ικανοποίηση και γαλήνη. «Το να μάθω ότι αγαπούσατε εξίσου την ένταση του θυμού της με την ένταση του γέλιου της, σας ανέβασε πολύ στη συνείδησή μου. Τα ίδια πράγματα αγαπούσα κι εγώ σ’ αυτήν».
Δεν νομίζω πως υπάρχει βάλσαμο για τον πόνο των γονιών που έχουν χάσει παιδί, αλλά το να γνωρίζουν ότι το παιδί τους αγαπήθηκε από τον/τη δασκάλα του, όσο διάστημα ζήσανε μαζί, ίσως να ρίχνει μια ελάχιστη, αδύναμη ηλιαχτίδα στις πιο σκοτεινές μέρες της ζωής τους.

 

Έτσι, κάπως, φτάνουμε στο κρίσιμο ερώτημα:
«Είναι, τελικά, λάθος να αγαπάς τα παιδιά που διδάσκεις;»
Παρόλη την τραυματική εμπειρία μου θα απαντήσω: «Όχι!»
Να αγαπάτε τα παιδιά στην τάξη σας με όλη τη δύναμη της καρδιάς σας. Όταν το καταφέρετε αυτό, τότε… αγαπήστε τα ακόμη περισσότερο!

 

Τότα Αρβανίτη-Παπαδοπούλου
Σχολική Σύμβουλος 23ης Περιφέρειας Π.Α.
Διδάκτωρ Παιδαγωγικής Πανεπιστημίου Αθηνών
M.A. in Education Πανεπιστημίου Lancaster

 

Σχετικά άρθρα

Η Μετάβαση από το Νηπιαγωγείο στο Δημοτικό Σχολείο – Σημεία ενδιαφέροντος

Η Μετάβαση – εννοιολογικός προσδιορισμός Με τον όρο μετάβαση αναφερόμαστε στην πολύπλοκη διαδικασία κατά την οποία το άτομο μετακινείται από ένα οικείο σε ένα άλλο[…]

Περισσότερα »
Πρόγραμμα εξειδικευμένης εκπαιδευτικής υποστήριξης για ένταξη μαθητών με αναπηρία ή/και ειδικές ανάγκες – Μέρος 2

[Συνέχεια από το πρώτο μέρος] Β. Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές (Αυτισμός) – Παιδαγωγική Αντιμετώπιση   Β1. Ενδεικτικές τεχνικές ανάλυσης του εκπαιδευτικού έργου για παιδιά με ΔΑΔ.  […]

Περισσότερα »